ἐρετμόν

ἐρετ-μόν, τό,
A oar, poet. for

κώπη, πῆξαί τ' ἐπὶ τύμβῳ ἐρετμόν Od.11.77

, cf. 23.276, Pi.P.4.18, E.El.433(lyr.), etc. ;

εὐῆρες ἐ. Od.11.121

,129, etc. : pl., εὐήρε' ἐ. ib.125 ; ἐρετμοῖσι φρύξουσι Orac. ap.Hdt.8.96, cf. E.IA1388 (troch.), IT1485 : metaph.,

πτερύγων ἐ. A.Ag.52

(anap.).
II = τὸ ἀνδρεῖον αἰδοῖον, Hsch. (A fem. form ἐρετμαῖς = κώπαις is found in Hsch.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερετμόν — ἐρετμόν, τὸ (AM) 1. το κουπί («πῆξαι τ’ ἐπὶ τύμβῳ ἐρετμόν» και να ορθώσεις πάνω στο μνήμα κουπί, Ομ. Οδ.) 2. μτφ. το αντρικό μόριο 3. μτφ. το φτερό πτηνού («πτερύγων ἐρετμοῑσιν», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ερε τού τ. ερέτης, με διαφορετικό… …   Dictionary of Greek

  • ἐρετμόν — oar neut nom/voc/acc sg ἐρετμός rowing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῖς — ἐρετμόν oar neut dat pl ἐρετμός rowing masc dat pl ἐρετμόω furnish with oars pres opt act 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῖσι — ἐρετμόν oar neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμός rowing masc dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 3rd sg (epic) ἐρετμόω furnish with oars… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῖσιν — ἐρετμόν oar neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμός rowing masc dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 3rd sg (epic) ἐρετμόω furnish with oars… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῦ — ἐρετμόν oar neut gen sg ἐρετμός rowing masc gen sg ἐρετμόω furnish with oars pres imperat mp 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμά — ἐρετμόν oar neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμῶν — ἐρετμόν oar neut gen pl ἐρετμός rowing masc gen pl ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμῷ — ἐρετμόν oar neut dat sg ἐρετμός rowing masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επήρετμος — ἐπήρετμος, ον (Α) 1. (για κωπηλάτες) αυτός που κάθεται κοντά στο κουπί έτοιμος να κωπηλατήσει 2. (για πλοίο) ο εφοδιασμένος με κουπιά («νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῑροι», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ερετμόν «κουπί», το η λόγω τής λειτουργίας τού… …   Dictionary of Greek

  • ερετμώ — ἐρετμῶ, όω (Α) [ερετμόν] 1. εφοδιάζω με κουπιά («χεῑρας ἐρετμώσαντες» επιτιθέντες με τα κουπιά στα χέρια, Ορφ.) 2. διασχίζω κωπηλατώντας, διέρχομαι διά μέσου («ἠερίους κεκεῶνας ἐρετμώσασα πεδίλως», Νόνν.) 3. φρ. α) «χεῑρας ἐρετμῶ» χρησιμοποιώ τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.